HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άρωμα

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈa.ɾo.ma

Ορισμοί

  1. η ευχάριστη μυρωδιά
  2. παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό

Ισοδύναμα

Españolaroma
FrançaisarômeParfum
26 more languages
Българскиаромат
བོད་སྐད།དྲི་མ
Bosanskiaroma
Danskduft
DeutschAromaDuft
Esperantoaromo
עבריתארומה
Hrvatskiaroma
Հայերենբույր
Italianoaroma
ქართულიარომატი
Kurdîparfûm
Te Reo Māorikakara
Nederlandsaromageur
Polskiaromat
Portuguêsaroma
Српскиaroma
Svenskaarom
Tagalogalimyon
Türkçerayiha

Παραδείγματα

“※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άρωμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free