Meaning of άρωμα | Babel Free
/ˈa.ɾo.ma/Ορισμοί
- η ευχάριστη μυρωδιά
- παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό
Παραδείγματα
“※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.