Σημασία του θλίψη | Babel Free
ˈθlipsiΟρισμοί
- η λύπη, ο ψυχικός πόνος
- γυναικείο όνομα
- η ψυχική πίεση
-
πίεση, σύνθλιψη formal
-
στείψιμο formal, rare
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η θλίψη της ήταν μεγάλη για την απώλεια του συζύγου της.”
Her sorrow at the loss of her husband was great.
“νιώθω θλίψη που μου μιλάς έτσι”
“δεν μπορώ να αντιδράσω από τη θλίψη”
“※ Η περίσφιγξη ενεργοποιείται, επειδή η βλάβη στο σκυρόδεμα υπό τη δράση είτε άμεσης αξονικής είτε διαγώνιας θλίψης (για συνδυασμό αξονικού φορτίου και τέμνουσας) εκφράζεται με διόγκωση του εγκιβωτισμένου σκυροδέματος.”
“Ταστάνη, Σ, Δερβίσης, Α., Πανταζοπούλου, Σ. Οπλισμένο Σκυρόδεμα υπό Θλίψη με ΙΟΠ Μανδύες: Αναλυτική Προσέγγιση Κονιορτοποίησης του Σκυροδέματος και Λυγισμού του Διαμήκους Οπλισμού, Τεχνικά Χρονικά, ΤΕΕ, 2010-2011”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free