HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του θλίψη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
ˈθlipsi

Ορισμοί

  1. η λύπη, ο ψυχικός πόνος
  2. γυναικείο όνομα
  3. η ψυχική πίεση
  4. πίεση, σύνθλιψη
    formal
  5. στείψιμο
    formal, rare

Ισοδύναμα

Čeština smutek
English grief grief sadness sorrow Woe
Español tristeza
Magyar szomorúság
Italiano tristezza
Polski smutek
Português mágoa magoa
Русский печаль печаль
Slovenčina smútok

Παραδείγματα

“Η θλίψη της ήταν μεγάλη για την απώλεια του συζύγου της.”

Her sorrow at the loss of her husband was great.

“νιώθω θλίψη που μου μιλάς έτσι”
“δεν μπορώ να αντιδράσω από τη θλίψη”
“※ Η περίσφιγξη ενεργοποιείται, επειδή η βλάβη στο σκυρόδεμα υπό τη δράση είτε άμεσης αξονικής είτε διαγώνιας θλίψης (για συνδυασμό αξονικού φορτίου και τέμνουσας) εκφράζεται με διόγκωση του εγκιβωτισμένου σκυροδέματος.”
“Ταστάνη, Σ, Δερβίσης, Α., Πανταζοπούλου, Σ. Οπλισμένο Σκυρόδεμα υπό Θλίψη με ΙΟΠ Μανδύες: Αναλυτική Προσέγγιση Κονιορτοποίησης του Σκυροδέματος και Λυγισμού του Διαμήκους Οπλισμού, Τεχνικά Χρονικά, ΤΕΕ, 2010-2011”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θλίψη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free