HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θλίψη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/ˈθlipsi/

Ορισμοί

  1. η λύπη, ο ψυχικός πόνος
  2. γυναικείο όνομα
  3. η ψυχική πίεση
  4. πίεση, σύνθλιψη
    formal
  5. στείψιμο
    formal, rare

Ισοδύναμα

English grief sorrow Woe

Παραδείγματα

“Η θλίψη της ήταν μεγάλη για την απώλεια του συζύγου της.”

Her sorrow at the loss of her husband was great.

“νιώθω θλίψη που μου μιλάς έτσι”
“δεν μπορώ να αντιδράσω από τη θλίψη”
“※ Η περίσφιγξη ενεργοποιείται, επειδή η βλάβη στο σκυρόδεμα υπό τη δράση είτε άμεσης αξονικής είτε διαγώνιας θλίψης (για συνδυασμό αξονικού φορτίου και τέμνουσας) εκφράζεται με διόγκωση του εγκιβωτισμένου σκυροδέματος.”
“Ταστάνη, Σ, Δερβίσης, Α., Πανταζοπούλου, Σ. Οπλισμένο Σκυρόδεμα υπό Θλίψη με ΙΟΠ Μανδύες: Αναλυτική Προσέγγιση Κονιορτοποίησης του Σκυροδέματος και Λυγισμού του Διαμήκους Οπλισμού, Τεχνικά Χρονικά, ΤΕΕ, 2010-2011”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θλίψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course