Σημασία του βάζουν | Babel Free
ˈva.zunΟρισμοί
γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω
Παραδείγματα
“Πολλοί άνθρωποι βάζουν χρήματα στην άκρη για δύσκολες μέρες.”
Many people set money aside for hard times.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free