Meaning of συναγερμός | Babel Free
/si.na.ʝeɾˈmos/Ορισμοί
- κάλεσμα και κινητοποίηση ατόμων ή ειδικών ομάδων λόγω κάποιας έκτακτης ανάγκης
- μηχανισμός που τοποθετείται σε αντικείμενα ή οικήματα και εκπέμπει ειδικό ηχητικό σήμα για να προειδοποιήσει ότι κάτι ξαφνικό συμβαίνει
-
η κατάσταση ετοιμότητας για να αντιμετωπιστεί πιο άμεσα κάποιος ενδεχόμενος κίνδυνος figuratively
-
το ηχητικό σήμα που προειδοποιεί ότι υπάρχει έκτακτη ανάγκη figuratively
Παραδείγματα
“σε κατάσταση συναγερμού”
on a state of alert
“συναγερμός πυρκαγιάς”
fire alarm
“μόλις γίνει διακοπή ρεύματος αρχίζουν και βαράνε όλοι οι συναγερμοί της γειτονιάς”
“μόλις άκουσε το συναγερμό πετάχτηκε έξω έντρομος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.