Meaning of μαξιλάρι | Babel Free
/ma.ksiˈla.ɾi/Ορισμοί
- αντικείμενο γεμισμένο από μαλακό υλικό (π.χ. υαλοβάμβακα ή πούπουλα) και ντυμένο εξωτερικά με ύφασμα που στηρίζει το κεφάλι κατά τον ύπνο
-
οποιοδήποτε αντικείμενο με παρόμοια κατασκευή, π.χ. τα κινητά εξαρτήματα στους καναπέδες πάνω στα οποία καθόμαστε ή στηρίζουμε την πλάτη μας general
-
κάτι που απορροφά κραδασμούς figuratively
-
οτιδήποτε στηρίζει κάτι άλλο broadly, figuratively
Ισοδύναμα
English
Pillow
Παραδείγματα
“Η Άννα κοιμάται με δύο μαξιλάρια.”
Anna sleeps with two pillows.
“Μπορείς να μου δώσεις το μαξιλάρι από τον καναπέ, παρακαλώ;”
Could you please hand me the cushion off the couch?
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.