μαξιλάρι
Ορισμοί
- αντικείμενο γεμισμένο από μαλακό υλικό (π.χ. υαλοβάμβακα ή πούπουλα) και ντυμένο εξωτερικά με ύφασμα που στηρίζει το κεφάλι κατά τον ύπνο
-
οποιοδήποτε αντικείμενο με παρόμοια κατασκευή, π.χ. τα κινητά εξαρτήματα στους καναπέδες πάνω στα οποία καθόμαστε ή στηρίζουμε την πλάτη μας general
-
κάτι που απορροφά κραδασμούς figuratively
-
οτιδήποτε στηρίζει κάτι άλλο broadly, figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η Άννα κοιμάται με δύο μαξιλάρια.”
Anna sleeps with two pillows.
“Μπορείς να μου δώσεις το μαξιλάρι από τον καναπέ, παρακαλώ;”
Could you please hand me the cushion off the couch?
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free