Meaning of πέος | Babel Free
/ˈpeos/Ορισμοί
-
ανδρικό επώνυμο rare
- το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα
Ισοδύναμα
English
penis
Παραδείγματα
“Το πέος είναι το έξω γεννητικό όργανο του άρρενος τόσο στον άνθρωπο όσο και στα ζώα.”
The penis is the external sexual organ of the male in both humans and animals.
“※ Γιώργος Σεφέρης, Μαθιός Πασχάλης, Τα εντεψίζικα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.