HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του φρέσκο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈfres.ko

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η νωπογραφία, το έργο που φιλοτεχνήθηκε με τεχνική φρέσκο
  3. η φυλακή (ίσως επειδή τα κελιά στα μοναστήρια ή στα κρατητήρια ήταν ανήλιαγα και δροσερά, οπότε ό,τι έβαζαν εκεί διετηρείτο φρέσκο)
    figuratively, slang
  4. η τεχνική της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας όπου τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα όπου στερεοποιούνται μαζί του καθώς αυτό στεγνώνει (επειδή στην τοιχογραφία διατηρούνται περισσότερο τα χρώματα, όσο ο τοίχος είναι υγρός, νωπός, φρέσκος, δροσερός)

Ισοδύναμα

Afrikaans fresko muurskildery
Bosanski freska фреска
Català fresc
Čeština freska
Dansk freske
English Fresco fresco
Esperanto fresko
Suomi fresko
Français fresque
Galego fresco
Hrvatski freska фреска
Magyar freskó
Հայերեն որմնանկար
日本語 フレスコ
ქართული ფრესკა
한국어 벽화 프레스코
Latviešu freska
Македонски фреска
Bahasa Melayu fresko
Nederlands fresco
Polski al fresco fresk
Português afresco fresco fresco
Română frescă
Русский фреск фреска
Српски freska фреска
Svenska fresk
Türkçe fresk
Tiếng Việt bích hoạ

Παραδείγματα

“Η τεχνική φρέσκο θεωρείται ιταλική, αλλά νωπογραφίες με την ίδια τεχνική είχαμε και στην αρχαία Κνωσσό”
“τον έβαλαν στο φρέσκο”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φρέσκο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free