HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φρέσκο | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/ˈfres.ko/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η νωπογραφία, το έργο που φιλοτεχνήθηκε με τεχνική φρέσκο
  3. η φυλακή (ίσως επειδή τα κελιά στα μοναστήρια ή στα κρατητήρια ήταν ανήλιαγα και δροσερά, οπότε ό,τι έβαζαν εκεί διετηρείτο φρέσκο)
    figuratively, slang
  4. η τεχνική της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας όπου τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα όπου στερεοποιούνται μαζί του καθώς αυτό στεγνώνει (επειδή στην τοιχογραφία διατηρούνται περισσότερο τα χρώματα, όσο ο τοίχος είναι υγρός, νωπός, φρέσκος, δροσερός)

Παραδείγματα

“Η τεχνική φρέσκο θεωρείται ιταλική, αλλά νωπογραφίες με την ίδια τεχνική είχαμε και στην αρχαία Κνωσσό”
“τον έβαλαν στο φρέσκο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φρέσκο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course