HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φρέσκο

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈfres.ko

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η νωπογραφία, το έργο που φιλοτεχνήθηκε με τεχνική φρέσκο
  3. η φυλακή (ίσως επειδή τα κελιά στα μοναστήρια ή στα κρατητήρια ήταν ανήλιαγα και δροσερά, οπότε ό,τι έβαζαν εκεί διετηρείτο φρέσκο)
    figuratively, slang
  4. η τεχνική της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας όπου τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα όπου στερεοποιούνται μαζί του καθώς αυτό στεγνώνει (επειδή στην τοιχογραφία διατηρούνται περισσότερο τα χρώματα, όσο ο τοίχος είναι υγρός, νωπός, φρέσκος, δροσερός)

Ισοδύναμα

29 more languages
Catalàfresc
Češtinafreska
Danskfreske
Esperantofresko
Suomifresko
Galegofresco
Magyarfreskó
Հայերենորմնանկար
日本語フレスコ
ქართულიფრესკა
Latviešufreska
Македонскифреска
Bahasa Melayufresko
Nederlandsfresco
Portuguêsafrescofresco
Românăfrescă
Српскиfreskaфреска
Svenskafresk
Türkçefresk
Tiếng Việtbích hoạ

Παραδείγματα

“Η τεχνική φρέσκο θεωρείται ιταλική, αλλά νωπογραφίες με την ίδια τεχνική είχαμε και στην αρχαία Κνωσσό”
τον έβαλαν στο φρέσκο”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φρέσκο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free