Meaning of γενναίος | Babel Free
/[ʝeˈneos]/Ορισμοί
- που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, που δείχνει θάρρος και ταυτόχρονα υψηλό ήθος
- πλουσιοπάροχος, γενναιόδωρος
- για το όνομα
Παραδείγματα
“& ουσιαστικοποιημένο: παλικάρι ※ Διονύσιος Σολωμός, Εις τον θάνατον του λορδ Μπάιρον, στροφή 6η, στίχ.21 @greek-language.gr”
“Ο υπουργός υποσχέθηκε γενναίες αυξήσεις στους μισθωτούς.”
“Βάλε μου μια γενναία μερίδα μουσακά, σε παρακαλώ!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.