HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζευγάρια | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/zevˈɣarʝa/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγάρι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. παραδοσιακό μέτρο επιφάνειας (π.χ. στις Κυκλάδες) που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να οργωθεί στη διάρκεια μίας ημέρας από ένα ζευγάρι, δηλ. από δύο αροτριώντα ζώα (συνήθως βοοειδή, αλλά και άλογα)
    dated, idiomatic

Παραδείγματα

“※ Οσον αφορά εις την φύτευσιν ελαιών […] δύναται να κατορθώση, ώστε να φυτεύηται κατ' έτος προθύμως εις εκάστην ζευγαριάν (τρία περίπου στρέμματα) εν και μόνον ελαιόδενδρον (από το κείμενο του Γάσπαρη Άλβυ, «Η ανομβρία εν Θήρα», στον τόμο Σαντορίνη, έκδ. του Μιχαήλ Δανέζη (Αθήνα, 1940), σ. 170)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζευγάρια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course