Meaning of ζευγάρια | Babel Free
/zevˈɣarʝa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγάρι accusative, nominative, plural, vocative
-
παραδοσιακό μέτρο επιφάνειας (π.χ. στις Κυκλάδες) που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να οργωθεί στη διάρκεια μίας ημέρας από ένα ζευγάρι, δηλ. από δύο αροτριώντα ζώα (συνήθως βοοειδή, αλλά και άλογα) dated, idiomatic
Παραδείγματα
“※ Οσον αφορά εις την φύτευσιν ελαιών […] δύναται να κατορθώση, ώστε να φυτεύηται κατ' έτος προθύμως εις εκάστην ζευγαριάν (τρία περίπου στρέμματα) εν και μόνον ελαιόδενδρον (από το κείμενο του Γάσπαρη Άλβυ, «Η ανομβρία εν Θήρα», στον τόμο Σαντορίνη, έκδ. του Μιχαήλ Δανέζη (Αθήνα, 1940), σ. 170)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.