Meaning of κληρονομιά | Babel Free
/kli.ɾo.noˈmɲa/Ορισμοί
- περιουσία ή περιουσιακό στοιχείο που έρχεται στην κυριότητα, νομή ή κατοχή μου μετά το θάνατο συγγενών μου
-
οτιδήποτε πολύτιμο μάς έχει παραδοθεί από τις προηγούμενες γενεές ως ηθική ή πνευματική παρακαταθήκη general
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“πολιτιστική κληρονομιά”
cultural heritage
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.