Meaning of χι | Babel Free
/çi/Ορισμοί
- το όνομα του εικοστού δεύτερου γράμματος του ελληνικού αλφάβητου (χ, κεφαλαίο: Χ). (δέκατο έκτο στην αρχαία)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ό,τι έχει το σχήμα του Χ, χιαστός
- ηχομιμητική λέξη που αποδίδει λεπτό γέλιο
Ισοδύναμα
English
Chi
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.