γυρίζω
Ορισμοί
-
περιστρέφω, συστρέφω transitive
-
περιστρέφομαι ή συστρέφομαι intransitive
-
επιστρέφω intransitive
- περιφέρομαι, ταξιδεύω, τριγυρίζω
-
γυρίζω ανάποδα: αναστρέφω, αναποδογυρίζω transitive
- κάνω την εσωτερική επιφάνεια του ρούχου να φαίνεται εξωτερικά και αντιστρόφως
- μεταστρέφω
- (στον κινηματογράφο) κινηματογραφώ, δημιουργώ μια κινηματογραφική ταινία και πιο συγκεκριμένα το στάδιο της λήψης σκηνών
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of γυρίζω.
Ισοδύναμα
24 more languages
Беларускаяабарачацца
Bosanskiobrnutiobrtatiokrenutiokretatipovratititornatiобрнутиобртатиокренутиокретатиповратититорнати
Češtinazpáteční
Galegovirar
עבריתהשיב
Hrvatskiobrnutiobrtatiokrenutiokretatipovratititornatiобрнутиобртатиокренутиокретатиповратититорнати
Հայերենփոխել
Bahasa Indonesiamengembalikan
Kurdîgirar
Nederlandsomdraaien
Українськаповоротний
Παραδείγματα
“όλη μέρα σε έψαχνα. Μα πού γύριζες;”
“γυρίζω σελίδα: αλλάζω σελίδα, προχωρώ στην πίσω σελίδα του φύλλου που διαβάζω”
“του γύρισε τα μυαλά”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free