Σημασία του γυρίζω | Babel Free
ʝiˈɾi.zoΟρισμοί
-
περιστρέφω, συστρέφω transitive
-
περιστρέφομαι ή συστρέφομαι intransitive
-
επιστρέφω intransitive
- περιφέρομαι, ταξιδεύω, τριγυρίζω
-
γυρίζω ανάποδα: αναστρέφω, αναποδογυρίζω transitive
- κάνω την εσωτερική επιφάνεια του ρούχου να φαίνεται εξωτερικά και αντιστρόφως
- μεταστρέφω
- (στον κινηματογράφο) κινηματογραφώ, δημιουργώ μια κινηματογραφική ταινία και πιο συγκεκριμένα το στάδιο της λήψης σκηνών
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of γυρίζω.
Ισοδύναμα
Беларуская
абарачацца
Bosanski
obrnuti
obrtati
okrenuti
okretati
povratiti
tornati
обрнути
обртати
окренути
окретати
повратити
торнати
Čeština
zpáteční
Galego
virar
עברית
השיב
Hrvatski
obrnuti
obrtati
okrenuti
okretati
povratiti
tornati
обрнути
обртати
окренути
окретати
повратити
торнати
Հայերեն
փոխել
Bahasa Indonesia
mengembalikan
Kurdî
girar
Nederlands
omdraaien
Српски
obrnuti
obrtati
okrenuti
okretati
povratiti
tornati
обрнути
обртати
окренути
окретати
повратити
торнати
Українська
поворотний
Παραδείγματα
“όλη μέρα σε έψαχνα. Μα πού γύριζες;”
“γυρίζω σελίδα: αλλάζω σελίδα, προχωρώ στην πίσω σελίδα του φύλλου που διαβάζω”
“του γύρισε τα μυαλά”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free