Meaning of ρισκάρω | Babel Free
/ɾiˈska.ɾo/Ορισμοί
- προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος την πιθανότητα μιας άσχημης τροπής
- διακινδυνεύω, βάζω σε κίνδυνο
Ισοδύναμα
English
take a chance
Παραδείγματα
“※ Πέρα από όσα ρισκάρισα να πω μέχρι τώρα για την ποίηση του Καββαδία, θέλω να προσθέσω και τούτα ακόμα για τη μακροβιότητά της, την αντοχή της μέσα στον χρόνο (Μήτσος Κασόλας, Νίκος Καββαδίας: γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 137)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.