HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ρισκάρω — definition

Conjugation of ρισκάρω

Regular CEFR B2
ɾiˈska.ɾo

προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος την πιθανότητα μιας άσχημης τροπής Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρισκάρω
εσύ ρισκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό ρισκάρει
εμείς ρισκάρουμε
εσείς ρισκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρισκάρουν
Παρατατικός
εγώ ρισκάριζα
εσύ ρισκάριζες
αυτός / αυτή / αυτό ρισκάριζε
εμείς ρισκάραμε
εσείς ρισκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρισκάριζαν
Αόριστος
εγώ ρισκάρισα
εσύ ρισκάρισες
αυτός / αυτή / αυτό ρισκάρισε
εμείς ρισκάραμε
εσείς ρισκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρισκάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρισκάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρισκάρω
εσύ ρισκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό ρισκάρει
εμείς ρισκάρουμε
εσείς ρισκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρισκάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ρισκάριζε
εσείς ρισκάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρισκάρισε
εσείς ρισκάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
ρισκάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary