Conjugation of ρίχνω
ˈɾi.xnoπροκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρίχνω |
| εσύ | ρίχνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρίχνει |
| εμείς | ρίχνουμε |
| εσείς | ρίχνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρίχνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έριχνα |
| εσύ | έριχνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έριχνε |
| εμείς | ρίχναμε |
| εσείς | ρίχνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έριχναν |
Αόριστος
| εγώ | έριξα |
| εσύ | έριξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έριξε |
| εμείς | ρίξαμε |
| εσείς | ρίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έριξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ρίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ρίξω |
| εσύ | ρίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρίξει |
| εμείς | ρίξουμε |
| εσείς | ρίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ρίχνε |
| εσείς | ρίχνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρίξε |
| εσείς | ρίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ρίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρίχνομαι |
| εσύ | ρίχνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρίχνεται |
| εμείς | ριχνόμαστε |
| εσείς | ρίχνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρίχνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ριχνόμουν |
| εσύ | ριχνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ριχνόταν |
| εμείς | ριχνόμασταν |
| εσείς | ριχνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρίχνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ρίχτηκα |
| εσύ | ρίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρίχτηκε |
| εμείς | ριχτήκαμε |
| εσείς | ριχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρίχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ριχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ριχτώ |
| εσύ | ριχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ριχτεί |
| εμείς | ριχτούμε |
| εσείς | ριχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ριχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ρίχνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρίξου |
| εσείς | ριχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ριχτεί |