HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ρίχνω — definition

Conjugation of ρίχνω

Regular CEFR C1
ˈɾi.xno

προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρίχνω
εσύ ρίχνεις
αυτός / αυτή / αυτό ρίχνει
εμείς ρίχνουμε
εσείς ρίχνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρίχνουν
Παρατατικός
εγώ έριχνα
εσύ έριχνες
αυτός / αυτή / αυτό έριχνε
εμείς ρίχναμε
εσείς ρίχνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έριχναν
Αόριστος
εγώ έριξα
εσύ έριξες
αυτός / αυτή / αυτό έριξε
εμείς ρίξαμε
εσείς ρίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έριξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρίξω
εσύ ρίξεις
αυτός / αυτή / αυτό ρίξει
εμείς ρίξουμε
εσείς ρίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ρίχνε
εσείς ρίχνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρίξε
εσείς ρίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ρίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρίχνομαι
εσύ ρίχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ρίχνεται
εμείς ριχνόμαστε
εσείς ρίχνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ρίχνονται
Παρατατικός
εγώ ριχνόμουν
εσύ ριχνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ριχνόταν
εμείς ριχνόμασταν
εσείς ριχνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ρίχνονταν
Αόριστος
εγώ ρίχτηκα
εσύ ρίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ρίχτηκε
εμείς ριχτήκαμε
εσείς ριχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ριχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ριχτώ
εσύ ριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ριχτεί
εμείς ριχτούμε
εσείς ριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ριχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ρίχνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρίξου
εσείς ριχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ριχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary