Σημασία του ρίχνω | Babel Free
ˈɾi.xnoΟρισμοί
- προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού
- προκαλώ την πτώση ενός αντικειμένου
- γκρεμίζω
-
με έντεχνο τρόπο κερδίζω τη συναίνεση (συμφωνία, έγκριση κλπ) κάποιου figuratively
-
μειώνω figuratively
-
υποβιβάζω figuratively
-
αδικώ κάποιον figuratively
-
εξωθώ, οδηγώ κάποιον σε άσχημη συμπεριφορά ή κατάσταση figuratively
-
επιβάλλω vulgar
- λανσάρω, προωθώ
- αποδίδω, επιρρίπτω
-
αφοσιώνομαι σε κάτι σε υπερβολικό βαθμό figuratively, vulgar
- λέω κάτι σύντομα, διατυπώνω μια νέα ιδέα, προτείνω
- τοποθετώ
- χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω
- πυροβολώ
-
εκτελώ με τουφεκισμό dated, especially, slang
- καταρρίπτω
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ρίχνω.
Ισοδύναμα
Deutsch
abknallen
abschießen
abstoßen
abwerfen
niederschießen
umlaufen
umschütten
umstoßen
umwerfen
verlieren
verschütten
verströmen
werfen
werfen
zusammenführen
English
Blast
drop
Flirt
knock over
lower
pitch
put
shaft
Shed
shed
shoot down
Sprinkle
throw
throw
to throw
Esperanto
lanĉi
Italiano
rovesciare
Polski
gubić
obalać
obalić
osypać
osypywać
piłować
przewalać
przewalić
przewracać
przewrócić
ronić
scudować
uronić
wywalać
wywalić
zestrzelać
zestrzelić
zestrzeliwać
zwalać
zwalić
Türkçe
dökmek
Παραδείγματα
“ρίχνω άγκυρα”
to drop anchor
“Ο τερματοφύλακας έριξε την μπάλα στον συμπαίκτη του.”
“Οι τοξότες έριχναν βέλη στο εχθρικό στράτευμα.”
“≈ συνώνυμα: πετάω, πετώ”
“< υπώνυμα: βάλλω”
“(μεταφορικά)”
“Από απροσεξία έριξα κάτω το βάζο και το έσπασα.”
“Έριξα έναν τοίχο για να μεγαλώσω το σαλόνι.”
“Με τις γαλιφιές τον έριξε τελικά τον πατέρα της και της αγόρασε αυτοκίνητο.”
“κερδίζω την ερωτική εύνοια κάποιου, τη συγκατάθεσή του για σύναψη ερωτικής σχέσης”
“Το μαγαζί εκείνο έριξε πολύ τις τιμές τελευταία.”
“Με την συμπεριφορά του έριξε το επίπεδο της επικοινωνίας.”
“Με την επίτευξη της συμφωνίας έγινε φανερό ότι τον είχε ρίξει ο συνέταιρός του.”
“Ο θάνατος του γιου του τον έριξε στην κατάθλιψη.”
“Του έριξε μια ποινή, που το φυσάει και δεν κρυώνει.”
“Η εταιρεία έριξε νέα μοντέλα αυτοκινήτων στην αγορά.”
“Έριξαν όλη την ευθύνη για την ήττα στις εκλογές στον αρχηγό του κόμματος.”
“Ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά.”
“Έριξε την ιδέα να κάνουν εξαγωγές των προϊόντων της εταιρείας στη Βουλγαρία.”
“Έριξε όλες τις αποταμιεύσεις του σε αμοιβαία κεφάλαια.”
“Πήρε δάνειο και έριξε ένα τριώροφο.”
“Έριχνε στο ψαχνό. Ήταν σε κατάσταση αμόκ.”
“Τον Κώστα θα τον ρίξουν αύριο.”
“≈ συνώνυμα: τρώω χώμα”
“Οι στρατιώτες κατάφεραν να ρίξουν το εχθρικό αεροσκάφος.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free