Meaning of καταρρίπτω | Babel Free
/ka.taˈɾi.pto/Ορισμοί
- ρίχνω κάτι κάτω, στο έδαφος, αφού το χτυπήσω
-
δείχνω ότι κάτι δεν είναι σωστό, ανατρέπω την άποψη που υπήρχε γι’ αυτό figuratively
Ισοδύναμα
English
shoot down
Παραδείγματα
“καταρρίπτω εχθρικό αεροπλάνο”
“καταρρίπτω τα επιχειρήματα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.