Meaning of καταρρίψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
- θα καταρρίψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταρρίπτω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.