Meaning of οφείλω | Babel Free
/oˈfi.lo/Ορισμοί
- χρωστώ (χρηματικό ποσό για κάτι που έχω αγοράσει ή ποσό που έχω δανειστεί)
- χρωστάω (αναγνωρίζοντας ευεργεσία που έχω δεχτεί)
- έχω ηθική υποχρέωση να κάνω κάτι
Παραδείγματα
“Τι σας οφείλω; (συνηθισμένη έκφραση συνήθως για να ρωτήσουμε τι αντάλλαγμα πρέπει να δώσουμε για ένα προϊόν ή υπηρεσία)”
“Το ποσό αυτό οφείλεται στον κ. τάδε.”
“Στους γονείς μου οφείλω το ζην και στους δασκάλους μου το ευ ζην.”
“Οφείλω να παραδεχτώ ότι είχα άδικο προηγουμένως.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.