HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναλαμβάνω | Babel Free

Verb CEFR B2 Frequent
/a.na.laɱˈva.no/

Ορισμοί

  1. παίρνω κάτι (ένα φορτίο, μια εργασία, μια υποχρέωση) πάνω μου, επωμίζομαι μια ευθύνη
  2. αρχίζω δουλειά σε μια ορισμένη ημερομηνία, πιάνω δουλειά (και παίρνω και τις ανάλογες ευθύνες από τη συγκεκριμένη ημερομηνία και μετά)
  3. παίρνω επάνω μου την ευθύνη για άνθρωπο ως κηδεμόνας, τον παίρνω υπό την προστασία μου με τις ανάλογες ευθύνες
  4. τακτοποιώ ένα ενοχλητικό πρόβλημα
  5. τακτοποιώ έναν ενοχλητικό άνθρωπο
  6. παίρνω τον οπλισμό μου και ετοιμάζομαι για επιθεώρηση, άσκηση, πορεία κλπ
  7. κάνω ανάληψη χρηματικού ποσού από τράπεζα
  8. ξαναπαίρνω τις δυνάμεις μου, αναρρώνω από ασθένεια

Παραδείγματα

“Αναλαμβάνω από 16 Ιουνίου, μέχρι τότε παραμένει προϊστάμενος ο Παπαδάκης”
“Εμεινε ορφανός στα 12, αλλά τον ανέλαβε ο θείος του, που τον φρόντισε καλύτερα κι από παιδί του”
“Είχα σκάσει με το σπίτι στο χωριό που ερειπώνεται, αλλά ευτυχώς το ανέλαβε ο αδελφός μου”
“Μην ασχολείσαι άλλο με δαύτον. Τον αναλαμβάνω εγώ”
“Δόξα τω Θεώ, άρχισε να αναλαμβάνει σιγά-σιγά. Αύριο θα τον σηκώσουμε να βγει έστω και λίγο στο μπαλκόνι”
“Είπαν ότι ανέλαβε η αγορά, αλλά μάλλον δεν εννοούσαν την ελληνική”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναλαμβάνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course