Meaning of αναλαμβάνω | Babel Free
/a.na.laɱˈva.no/Ορισμοί
- παίρνω κάτι (ένα φορτίο, μια εργασία, μια υποχρέωση) πάνω μου, επωμίζομαι μια ευθύνη
- αρχίζω δουλειά σε μια ορισμένη ημερομηνία, πιάνω δουλειά (και παίρνω και τις ανάλογες ευθύνες από τη συγκεκριμένη ημερομηνία και μετά)
- παίρνω επάνω μου την ευθύνη για άνθρωπο ως κηδεμόνας, τον παίρνω υπό την προστασία μου με τις ανάλογες ευθύνες
- τακτοποιώ ένα ενοχλητικό πρόβλημα
- τακτοποιώ έναν ενοχλητικό άνθρωπο
- παίρνω τον οπλισμό μου και ετοιμάζομαι για επιθεώρηση, άσκηση, πορεία κλπ
- κάνω ανάληψη χρηματικού ποσού από τράπεζα
- ξαναπαίρνω τις δυνάμεις μου, αναρρώνω από ασθένεια
Παραδείγματα
“Αναλαμβάνω από 16 Ιουνίου, μέχρι τότε παραμένει προϊστάμενος ο Παπαδάκης”
“Εμεινε ορφανός στα 12, αλλά τον ανέλαβε ο θείος του, που τον φρόντισε καλύτερα κι από παιδί του”
“Είχα σκάσει με το σπίτι στο χωριό που ερειπώνεται, αλλά ευτυχώς το ανέλαβε ο αδελφός μου”
“Μην ασχολείσαι άλλο με δαύτον. Τον αναλαμβάνω εγώ”
“Δόξα τω Θεώ, άρχισε να αναλαμβάνει σιγά-σιγά. Αύριο θα τον σηκώσουμε να βγει έστω και λίγο στο μπαλκόνι”
“Είπαν ότι ανέλαβε η αγορά, αλλά μάλλον δεν εννοούσαν την ελληνική”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.