HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ιερέας | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/i.eˈɾe.as/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ο λειτουργός μιας θρησκείας, ο επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τέλεσης των θρησκευτικών τελετών, της φροντίδας για τους ναούς και της πνευματικής καθοδήγησης των πιστών
  3. αυτός που κατέχει στις χριστιανικές εκκλησίες το δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης
    especially
  4. προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του τρίτου βαθμού (τρίτη τάξη) της Φιλικής Εταιρείας
    especially

Ισοδύναμα

English Priest

Παραδείγματα

“※ Ο Παπαδιαμάντης δεν επέλεξε ούτε το επάγγελμα του ιερέα, με επακόλουθο το γάμο και την πατρότητα , ούτε τη μοναστική ζωή . Προτίμησε το επάγγελμα του ψάλτη (Guy Saunier, Εωσφόρος και άβυσσος: ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, 2001, σελ. 275)”
“→ προηγούμενος βαθμός: συστημένος”
“→ επόμενος βαθμός: ποιμένας”
“※ Οι ιερείς της Εταιρείας αποτελούσαν ανώτερον τάξιν εις τον οργανισμόν της. Ελέγοντο ιερείς, χωρίς να είναι κληρικοί. Δια την εκλογήν και μύησίν των, κατεβάλλετο ιδιατέρα προσοχή, διότι εις αυτούς ανεκοινούτο πλέον ο σκοπός της Εταιρείας.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ιερέας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course