Meaning of ηθική | Babel Free
/i.θiˈci/Ορισμοί
- σύνολο κανόνων και αξιών με τους οποίους ορίζεται τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και τι οφείλουμε να κάνουμε στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και στη σχέση μας με τη φύση, κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλει η κοινωνία
- η υποκειμενική αντίληψη κάποιου για ηθικά θέματα
- κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με την κρίση, την αντίληψη και τις πράξεις των ανθρώπων σχετικά με τη διάκριση καλού και κακού, δίκαιου και άδικου
- συγκεκριμένη διδασκαλία ηθικής
Παραδείγματα
“δεν μου επιτρέπει η ηθική μου, να κάνω τέτοιο πράγμα”
“η χριστιανική ηθική, η κομφουκιανιστική ηθική”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.