Meaning of σπηλιά | Babel Free
/spiˈʎa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σπηλιάς
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπήλιο accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο όνομα
- μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έχει έξοδο στην επιφάνεια της γης
Ισοδύναμα
English
cave
Παραδείγματα
“※ η σταγονορροή κατά μήκος των ρηξιγενών ζωνών ήταν άμεση μέσα στη σπηλιά, όπως διαπιστώθηκε από επιτόπια παρατήρηση (Αδαμάντιος Α. Σαμψών, Η νεολιθική περίοδος στα Δωδεκάνησα, Εκδόσεις του ταμείου αρχαιολογικών χώρων και απαλλοτριώσεων, 1987, σελ. 175)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.