HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σπηλιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/spiˈʎa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σπηλιάς
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπήλιο
    accusative, nominative, plural, vocative
  4. γυναικείο όνομα
  5. μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έχει έξοδο στην επιφάνεια της γης

Ισοδύναμα

English cave

Παραδείγματα

“※ η σταγονορροή κατά μήκος των ρηξιγενών ζωνών ήταν άμεση μέσα στη σπηλιά, όπως διαπιστώθηκε από επιτόπια παρατήρηση (Αδαμάντιος Α. Σαμψών, Η νεολιθική περίοδος στα Δωδεκάνησα, Εκδόσεις του ταμείου αρχαιολογικών χώρων και απαλλοτριώσεων, 1987, σελ. 175)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σπηλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course