HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σπηλιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
spiˈʎa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σπηλιάς
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπήλιο
    accusative, nominative, plural, vocative
  4. γυναικείο όνομα
  5. μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έχει έξοδο στην επιφάνεια της γης

Ισοδύναμα

16 more languages
Češtinajeskyně
DeutschHöhle
Magyarbarlang
Italianoantrocavecavernagrotta
日本語
한국어
Te Reo Māoriauheke
Tiếng Việthang
中文洞穴
繁體中文洞穴

Παραδείγματα

“※ η σταγονορροή κατά μήκος των ρηξιγενών ζωνών ήταν άμεση μέσα στη σπηλιά, όπως διαπιστώθηκε από επιτόπια παρατήρηση (Αδαμάντιος Α. Σαμψών, Η νεολιθική περίοδος στα Δωδεκάνησα, Εκδόσεις του ταμείου αρχαιολογικών χώρων και απαλλοτριώσεων, 1987, σελ. 175)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σπηλιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free