HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

θρησκεία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
θriˈsci.a

Ορισμοί

  1. παγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό
  2. η απόλυτη αφοσίωση σε κάτι
    figuratively

Ισοδύναμα

Españolreligión
Françaiscultereligion
37 more languages
العربيةديانةدين
Българскирелигия
Catalàreligió
Cymraegcrefydd
Ελληνικάθρησκευτικά
Esperantoreligio
Euskaraerlijio
فارسیدین
עבריתדת
हिन्दीधर्म
Magyarvállas
Հայերենկրոն
Bahasa Indonesiaagama
日本語宗教
한국어종교
Latinareligio
Македонскирелигија
Bahasa Melayuagama
Polskireligia
Portuguêsreligião
Românăreligie
Shqipfe
Српскирелигија
Svenskareligion
Türkçedin
اردودھرم
Tiếng Việtgiáotôn giáo
中文宗教
繁體中文宗教

Παραδείγματα

“η χριστιανική θρησκεία, η επικρατούσα θρησκεία”
“το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία για μένα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θρησκεία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free