HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

έγκριση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Standard
ˈeŋ.ɡɾi.si

Ορισμοί

η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκρίνω· η επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική ή γραπτή, αποδοχή και συμφωνία ενός αρμόδιου (ατόμου, υπηρεσίας, αρχής) για τις μελλοντικές ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία του

Ισοδύναμα

8 more languages
Italianoomologazione
Polskiaprobata
Portuguêssanção
Românăaprobare
Српскиodobrenje
Svenskabifall

Παραδείγματα

“Η ανησυχία για βιαστική έγκριση του εμβολίου αυξάνεται.”

Concerns about a hasty approval of the vaccine are growing.

“οι γονείς έδωσαν την έγκρισή τους για το γάμο της ανήλικης κόρης τους
“μόλις πήρα στα χέρια μου την έγκριση της τράπεζας και τρέχω να βγάλω τα υπόλοιπα χαρτιά για το δάνειο”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη έγκριση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free