έξοδος
Ορισμοί
- το δεύτερο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και της Πεντατεύχου και κατ΄ επέκταση της Αγίας Γραφής.
- το σημείο από όπου κάποιος εξέρχεται, βγαίνει από ένα χώρο
- η ενέργεια με την οποία κάποιος φεύγει από ένα χώρο
- η απόπειρα διάσπασης του κλοιού πολιορκίας μιας πόλης από τους κατοίκους της που επιχειρούν να την εγκαταλείψουν μαζικά και συντονισμένα προκειμένου να διαφύγουν από τους πολιορκητές και η οποία συνήθως βασίζεται στον όγκο και την ορμητικότητα των πρώτων ώστε να έχει πιθανότητες επιτυχίας
- μαζική μετακίνηση των κατοίκων της πόλης προς την ύπαιθρο που λαμβάνει χώρα στις αργίες, κατά την έναρξη των περιόδων διακοπών ή για λόγους ανωτέρας βίας προκειμένου να προφυλαχθούν από κάποιο μεγάλο επερχόμενο κίνδυνο
- η χρονική στιγμή ή το στάδιο της λήψης ή αποστολής ή αποθήκευσης των αποτελεσμάτων μιας υπολογιστικής διαδικασίας
- το σημείο επικοινωνίας ενός υπολογιστή με το εξωτερικό του περιβάλλον π.χ. με μία ή περισσότερες εξωτερικές συσκευές όπως μία οθόνη ή εκτυπωτή ή κάποιου είδους δίκτυο, από το οποίο μπορεί να στείλει δεδομένα
Ισοδύναμα
45 more languages
AfrikaansEksodus
Българскиизход
Danskudgang
DeutschAusfallausfallenAusflugausgäbeAusgabeAusgangausgebenAusstoßAuswegAuszugeinen Ausfall wagenExodusKampfeinsatzMissionRankSara
Ελληνικάεξόρμηση
Esperantoeliro
Gàidhligdol-às
Galegosaída
ગુજરાતીનિર્ગમન
ʻŌlelo HawaiʻiPuka ʻAna
Magyarkijárat
Հայերենելք
LietuviųIšėjimo knyga
Македонскиизлез
Românăieșire
Slovenščinaeksodus
Kiswahilikutoka
Українськавилазка
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free