HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γροθιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/[ɣɾoˈθça]/

Ορισμοί

  1. το άκρο χέρι, όταν τα δάχτυλα είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
  2. το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
  3. πλήγμα εναντίον θεσμού, φορέα ή προσώπου
    figuratively

Ισοδύναμα

English box fist punch

Παραδείγματα

“※ Ο Σολοβάιδ ατάραχος του δίνει μια δυνστή γροθιά στο μήλο του Αδάμ και τον σωριάζει ακαριαία στο πάτωμα. (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, AKAKIA Publications, 2013)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γροθιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course