Meaning of σύμβολο | Babel Free
/ˈsiɱ.vo.lo/Ορισμοί
- σχήμα, ή σχήμα γράμματος, τυπογραφικού χαρακτήρα που παριστάνει κάποια έννοια, αντικείμενο συνήθως θυμίζοντάς το συνειρμικά
- λεκτική μονάδα προγράμματος (αγγλικά: token)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το σύμβολο ενός θαυμαστικού μέσα σε τρίγωνο δηλώνει κίνδυνο.”
“Στα μαθηματικά το ∑ όπως το ελληνικό κεφαλαίο σίγμα Σ είναι το σύμβολο της λέξης «σύνολο».”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.