λαός
Ορισμοί
- ένα έθνος με την ξεχωριστή πολιτιστική του φυσιογνωμία και ταυτότητα
-
ο λαγός Cypriot, idiomatic
- ανδρικό επώνυμο
- κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας με πρωτεύουσα τη Βιεντιάν, επίσημη γλώσσα τη Λαοτινή και νόμισμα το κιπ
- το κυβερνώμενο τμήμα ενός κράτους, σε αντίθεση με τους άρχοντες, αλλά και το τμήμα αυτό από το οποίο, όταν υπάρχει δημοκρατία, απορρέουν όλες οι εξουσίες
- πόλη της Ιταλίας, της εποχής της Μεγάλης Ελλάδας, στην Καλαβρία (στα αρχαία ελληνικά: Λᾶος)
- τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός διακρίνεται από την αριστοκρατία, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
- οι πρώτοι άνθρωποι μετά το κατακλυσμό του Δευκαλίωνα στη Μυθολογία
Ισοδύναμα
49 more languages
AfrikaansLaos
БългарскиЛаос
বাংলালাওস
བོད་སྐད།ལའོ་སུ
CatalàLaos
ČeštinaLaos
Ελληνικάπλήθος
EsperantoLaoso
GaeilgeLaos
עבריתלאוס
MagyarLaosz
ՀայերենԼաոս
Bahasa IndonesiaLaos
ქართულილაოსი
Latinaplebs
LietuviųLaosas
LatviešuLaosa
МакедонскиЛаос
МонголЛаос
မြန်မာလာအို
NederlandsLaos
PortuguêsLaos
SlovenčinaLaos
SlovenščinaLaos
ShqipLaos
SvenskaLaos
తెలుగులావోస్
TürkmençeLaos
TürkçeLaos
Tiếng Việtlao
Παραδείγματα
“Ο ελληνικός λαός έχει πλούσια ιστορία και παράδοση.”
The Greek people have a rich history and tradition.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free