οξυγόνο
Ορισμοί
- αμέταλλο χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 8 και χημικό σύμβολο το O
- άχρωμο, άοσμο κι άγευστο αέριο, του οποίου το μόριο αποτελείται από δύο άτομα (O₂)· είναι τελείως απαραίτητο για τη συντήρηση της ζωής
-
η συσκευή παροχής οξυγόνου για ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα figuratively
- κύκλος του οξυγόνου : η κυκλική μεταφορά του οξυγόνου στη φύση από την κατανάλωσή από τους ανθρώπους τα ζώα και τα φυτά μέχρι την εκ νέου παραγωγή του από τα φυτά
-
ο καθαρός αέρας figuratively
Ισοδύναμα
56 more languages
Afrikaanssuurstof
العربيةأكسجين
Azərbaycan dilioksigen
Българскикислород
বাংলাঅক্সিজেন
Bosanskikiseonik
Catalàoxigen
Češtinakyslík
Cymraegocsigen
Esperantooksigeno
Eestihapnik
Euskaraoxigenoa
فارسیاکسیژن
Suomihappi
Gaeilgeocsaigin
Galegoosíxeno
עבריתחמצן
Hrvatskikisik
Magyaroxigén
Հայերենթթվածին
Bahasa Indonesiaoksigen
Íslenskasúrefni
Italianoossigeno
日本語酸素
ქართულიჟანგბადი
Қазақ тіліоттек
ಕನ್ನಡಆಮ್ಲಜನಕ
Latinaoxygenium
LëtzebuergeschSauerstoff
Lietuviųdeguonis
Latviešuskābeklis
Македонскикислород
മലയാളംഓക്സിജൻ
Монголхүчилтөрөгч
मराठीऑक्सिजन
Bahasa Melayuoksigen
Maltioksiġin
Nederlandszuurstof
Polskitlen
Portuguêsoxigênio
Românăoxigen
Русскийкислород
Slovenčinakyslík
Slovenščinakisik
Shqipoksigjen
Српскикисеоник
Svenskasyre
தமிழ்ஆக்ஸிஜன்
ไทยออกซิเจน
Tagalogoksiheno
Türkçeoksijen
Українськакисень
Tiếng Việtoxy
中文氧
繁體中文氧
Παραδείγματα
“Δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου σχηματίζουν ένα μόριο νερού.”
“Ο ατμοσφαιρικός αέρας αποτελείται κατά 21% περίπου από οξυγόνο.”
“έκφραση: φιάλη οξυγόνου : φιάλη από μέταλλο που περιέχει καθαρό οξυγόνο και χρησιμοποιείται στην ιατρική, στις καταδύσεις, στις οξυγονοκολλήσεις, κ.λπ.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free