Meaning of στέκομαι | Babel Free
/ˈstekome/Ορισμοί
- σταματώ, δεν κινούμαι
- αδρανώ
- μένω
- είμαι όρθιος, δεν κάθομαι
- είμαι (σε κάποια οικονομική κατάσταση)
- συμπεριφέρομαι
- ισχύει, είναι σωστό
Ισοδύναμα
English
stand
Παραδείγματα
“Γιατί στέκεσαι όρθια;”
“※ Οικονομικώς στεκόταν πολύ καλά. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)”
“Δεν του στάθηκε του άντρα της καταπώς έπρεπε.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.