HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στέκομαι | Babel Free

Verb CEFR B2 Standard
/ˈstekome/

Ορισμοί

  1. σταματώ, δεν κινούμαι
  2. αδρανώ
  3. μένω
  4. είμαι όρθιος, δεν κάθομαι
  5. είμαι (σε κάποια οικονομική κατάσταση)
  6. συμπεριφέρομαι
  7. ισχύει, είναι σωστό

Ισοδύναμα

English stand

Παραδείγματα

“Γιατί στέκεσαι όρθια;”
“※ Οικονομικώς στεκόταν πολύ καλά. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)”
“Δεν του στάθηκε του άντρα της καταπώς έπρεπε.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στέκομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course