Meaning of στήνω | Babel Free
/ˈsti.no/Ορισμοί
- τοποθετώ σε όρθια θέση πρόσωπα ή πράγματα
- κατασκευάζω, συναρμολογώ
- κάνω ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό.
-
προκαλώ μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή το ματαιώνω familiar
-
προκαλώ εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους familiar
Παραδείγματα
“※ Τον έστησε με τα χέρια ψηλά και άρχισε να τον ψάχνει, όπως κάνουν τώρα στα αεροδρόμια. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.