στήνω
Ορισμοί
- τοποθετώ σε όρθια θέση πρόσωπα ή πράγματα
- κατασκευάζω, συναρμολογώ
- κάνω ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό.
-
προκαλώ μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή το ματαιώνω familiar
-
προκαλώ εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους familiar
Ισοδύναμα
24 more languages
Deutschaufbauenaufmachenaufrichtenaufschlagenaufstehenaufstellenaufstöberneinrichtenerrichtenhochsteckenhochstellen
Gàidhligstèidhte
Galegolevantar
Latinastatuo
Polskikwaterowaćpodnieśćpodnosićpostawićrozbićrozbijaćrozesłaćrozściełaćstanąćstawiaćurządzićustawiaćwstawaćwyrastaćwytrzymywaćzakładaćzakwaterować
ไทยทอย
Tiếng Việtcam
Παραδείγματα
“※ Τον έστησε με τα χέρια ψηλά και άρχισε να τον ψάχνει, όπως κάνουν τώρα στα αεροδρόμια. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free