προπόνηση
Ορισμοί
η προετοιμασία και προγύμναση ενός αθλητή ή μιας ομάδας, με τρόπο συστηματικό και μεθοδικό και με τη συνδρομή ειδικού προπονητή, για τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της αγωνιστικότητας
Ισοδύναμα
22 more languages
Azərbaycan diliməşq
Bosanskitrening
Ελληνικάγυμναστική
Esperantotrejnado
فارسیتمرین
Suomitreenit
Galegoadestramento
עבריתהתעמלות
Hrvatskitrening
Bahasa Indonesialatihan
Italianoallenamento
ქართულივარჯიში
한국어운동
Lietuviųtreniruotė
Polskitrening
Српскиtrening
Svenskaträning
Παραδείγματα
“Η προπόνηση της ομάδας ξεκινά κάθε πρωί στις οκτώ.”
The team's training begins every morning at eight.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free