HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γυμναστική

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ʝi.mna.stiˈci

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. σύνολο ασκήσεων (ενόργανη ή ανόργανη γυμναστική), που αποσκοπούν στη γύμναση, την ευεξία και τη σωματική αρμονία και ανάπτυξη
  3. το σχετικό μάθημα (σε σχολείο)
    broadly

Ισοδύναμα

40 more languages
العربيةجمباز
Azərbaycan diligimnastikaməşq
Българскигимнастика
עבריתהתעמלות
Bahasa Indonesialatihansenam
Íslenskafimleikar
ქართულივარჯიში
한국어운동체조
Lietuviųtreniruotė
Latviešuvingrošana
Македонскигимнастика
Bahasa Melayugimnastik
Românăgimnastică
Türkçejimnastik
Українськагімнастика
O'zbekchagimnastika
Tiếng Việtthể dục
繁體中文健身房體育館

Παραδείγματα

“Η Γυμναστική έγραψε ένα ωραίο ποίημα για τη μητέρα της.”

Gymnastiki wrote a lovely poem for her mother.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γυμναστική σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free