Meaning of σύνολο | Babel Free
/ˈsi.no.lo/Ορισμοί
- η συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων
- η συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα
- το λεκτικό σύνολο : η ενότητα λέξεων πολύ στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους· συχνά δημιουργούν σύνθετες λέξεις
- όλα τα μέλη μιας ομάδας μηδενός εξαιρουμένου, το όλον, η ολοκληρία, η ολότητα
- το άθροισμα ομοειδών
- ένα σύνολο από έπιπλα, ρούχα, διακοσμητικά στοιχεία ή καλλιτεχνήματα που ταιριάζουν αρμονικά όλα μαζί
Παραδείγματα
“η θεωρία συνόλων βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων μαθηματικών”
“το παράδειγμα λεκτικού συνόλου: μικρά πράγματα > σύνθετη λέξη: μικροπράγματα”
“η απαγόρευση των κινητών αφορά στο σύνολο των μαθητών”
“το σύνολο του εκλογικού σώματος εναντιώνεται στο μνημόνιο”
“το σύνολο των οφειλών μας είναι τεράστιο”
“φόραγε ένα πολύ ωραίο σύνολο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.