Meaning of αθώα | Babel Free
/aˈθo.a/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθώος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθώος
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.