έτυχε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
Παραδείγματα
“Έτυχε να τον συναντήσω στον δρόμο χθες.”
I happened to meet him on the street yesterday.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free