υπερβολική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερβολικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η υπερβολική ζέστη μας ανάγκασε να μείνουμε μέσα.”
The excessive heat forced us to stay inside.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free