HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λιμάνι | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/liˈmani/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων:
  4. για προστασία από καιρικές συνθήκες
  5. για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων
  6. για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών)
  7. για τροφοδοσία και εφοδιασμό
  8. για επισκευές
  9. το καταφύγιο
    figuratively

Ισοδύναμα

English Harbor Haven port

Παραδείγματα

“ασφαλές λιμάνι”

safe harbour

“απάνεμο λιμάνι”

sheltered harbour

“απάγγιο λιμάνι”

sheltered harbour

“※ Πρόσκρουση πρυμνοδετημένων πλοίων στο λιμάνι Κερατσινίου. (*)”
“είσαι το λιμάνι μου”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λιμάνι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course