Meaning of λιμάνι | Babel Free
/liˈmani/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων:
- για προστασία από καιρικές συνθήκες
- για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων
- για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών)
- για τροφοδοσία και εφοδιασμό
- για επισκευές
-
το καταφύγιο figuratively
Παραδείγματα
“ασφαλές λιμάνι”
safe harbour
“απάνεμο λιμάνι”
sheltered harbour
“απάγγιο λιμάνι”
sheltered harbour
“※ Πρόσκρουση πρυμνοδετημένων πλοίων στο λιμάνι Κερατσινίου. (*)”
“είσαι το λιμάνι μου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.