HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λιμάνι

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
liˈmani

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων:
  4. για προστασία από καιρικές συνθήκες
  5. για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων
  6. για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών)
  7. για τροφοδοσία και εφοδιασμό
  8. για επισκευές
  9. το καταφύγιο
    figuratively

Ισοδύναμα

48 more languages
Afrikaanshawestad
Беларускаяпорт
Българскипорт
Bosanskilukaлука
Catalàport
Cymraegporth
Esperantohaveno
Gàidhligcalacuanport
Galegoporto
Bahasa Indonesiabandarbom
Íslenskahöfn
한국어품다항구항만
Kurdîbomhavên
Latinaportus
Românăport
Slovenčinaprístav
Slovenščinaluka
Shqipport
Српскиlukaлука
Kiswahilibandari
Tiếng Việtchứa chấp
中文左舷
繁體中文左舷

Παραδείγματα

“ασφαλές λιμάνι”

safe harbour

“απάνεμο λιμάνι”

sheltered harbour

“απάγγιο λιμάνι”

sheltered harbour

“※ Πρόσκρουση πρυμνοδετημένων πλοίων στο λιμάνι Κερατσινίου. (*)”
“είσαι το λιμάνι μου

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λιμάνι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free