λιμάνι
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων:
- για προστασία από καιρικές συνθήκες
- για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων
- για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών)
- για τροφοδοσία και εφοδιασμό
- για επισκευές
-
το καταφύγιο figuratively
Ισοδύναμα
48 more languages
Afrikaanshawestad
Беларускаяпорт
Българскипорт
Catalàport
Cymraegporth
DeutschBackbordbeherbergenHafenHafenstadtPortportierenPortweinsicherer RückzugsortZufluchtsortZufluchtsstätte
Esperantohaveno
Galegoporto
Հայերեննավահանգիստ
Íslenskahöfn
Latinaportus
Românăport
Slovenčinaprístav
Slovenščinaluka
Shqipport
Kiswahilibandari
ไทยท่าเทียบเรือ
Tiếng Việtchứa chấp
中文左舷
繁體中文左舷
Παραδείγματα
“ασφαλές λιμάνι”
safe harbour
“απάνεμο λιμάνι”
sheltered harbour
“απάγγιο λιμάνι”
sheltered harbour
“※ Πρόσκρουση πρυμνοδετημένων πλοίων στο λιμάνι Κερατσινίου. (*)”
“είσαι το λιμάνι μου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free