Σημασία του λιμάνι | Babel Free
liˈmaniΟρισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων:
- για προστασία από καιρικές συνθήκες
- για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων
- για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών)
- για τροφοδοσία και εφοδιασμό
- για επισκευές
-
το καταφύγιο figuratively
Ισοδύναμα
Afrikaans
hawestad
Беларуская
порт
Български
порт
Català
port
Cymraeg
porth
Deutsch
Backbord
backbord
beherbergen
Hafen
Hafenstadt
Port
portieren
Portwein
sicherer Rückzugsort
Zufluchtsort
Zufluchtsstätte
Esperanto
haveno
Galego
porto
Հայերեն
նավահանգիստ
Íslenska
höfn
Latina
portus
Slovenčina
prístav
Slovenščina
luka
Shqip
port
Kiswahili
bandari
ไทย
ท่าเทียบเรือ
Tiếng Việt
chứa chấp
中文
左舷
ZH-TW
左舷
Παραδείγματα
“ασφαλές λιμάνι”
safe harbour
“απάνεμο λιμάνι”
sheltered harbour
“απάγγιο λιμάνι”
sheltered harbour
“※ Πρόσκρουση πρυμνοδετημένων πλοίων στο λιμάνι Κερατσινίου. (*)”
“είσαι το λιμάνι μου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free