ρεπό
Ορισμοί
- ανεπίσημη αργία, μη εργάσιμη μέρα (εκτός Κυριακής ή γιορτής)
- διάλειμμα, προσωρινή διακοπή εργασίας, για ανάπαυση
Ισοδύναμα
22 more languages
العربيةيَوْم عُطْلَة
Bosanskiferije
Češtinasvátek
Danskfridag
Esperantoferio
Gàidhliglatha dheth
Hrvatskiferije
Magyarszabadnap
Italianogiorno libero
한국어휴일
Српскиferije
Svenskavilodag
ไทยวันหยุด
Tiếng Việtngày nghỉ
Παραδείγματα
“Έχω ρεπό κάθε δεύτερη Tρίτη.”
I have a day off every second Tuesday.
“Την Δευτέρα έχω ρεπό.”
“Πότε παίρνεις ρεπό.”
“Το αφεντικό δεν μου δίνει ποτέ ρεπό.”
“μεσημεριανό ρεπό”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free