Meaning of φύλακας | Babel Free
/ˈfi.la.kas/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- αυτός που φυλάσσει, που επιτηρεί κάτι φροντίζοντας για την ασφάλειά του ή την ακεραιότητά του ή την καλή λειτουργία του κ.λπ.
- υπάλληλος που έχει ως έργο του τη φύλαξη ενός χώρου
- σωφρονιστικός υπάλληλος, υπεύθυνος για τη φύλαξη των κρατουμένων σε μια φυλακή
Παραδείγματα
“※ 1795 ⌘ Κωνσταντίνος (Καισάριος) Δαπόντες, Ἐξήγησις τῆς Θείας Λειτουργίας συλλεχθεῖσα καὶ στιχουργηθεῖσα παρὰ Κωνσταντίνου Δαπόντε, τοῦ μετωνομασθέντος Καισαρίου. Τόμος Πρῶτος. Ἐν Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας, 1795, Παρὰ Μαρκ. Πούλιου. σελ.152”
“φύλακας άγγελος”
“ο φύλακας του σχολείου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.