HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φυλακή | Babel Free

Noun feminine CEFR A1 Common
/fi.laˈci/

Ορισμοί

  1. χώρος κράτησης καταδίκων
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φυλάκης
  3. ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια
  4. ποινή στρατιωτική

Ισοδύναμα

English jail joint prison

Παραδείγματα

“κελί φυλακής”

prison cell

“Οι κρατούμενοι μετήχθησαν από τη φυλακή Κορυδαλλού στη φυλακή Πατρών”
“Έφαγε δέκα χρόνια φυλακή”
“Μου έριξε δέκα μέρες φυλακή για τα κορδόνια!”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φυλακή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course