Meaning of φυλακή | Babel Free
/fi.laˈci/Ορισμοί
- χώρος κράτησης καταδίκων
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φυλάκης
- ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια
- ποινή στρατιωτική
Παραδείγματα
“κελί φυλακής”
prison cell
“Οι κρατούμενοι μετήχθησαν από τη φυλακή Κορυδαλλού στη φυλακή Πατρών”
“Έφαγε δέκα χρόνια φυλακή”
“Μου έριξε δέκα μέρες φυλακή για τα κορδόνια!”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.