HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καθαρός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2 Frequent
/ka.θaˈɾos/

Ορισμοί

  1. που δεν υπάρχει πάνω του ή μέσα του βρομιά, λεκές, σκόνη, δυσάρεστη οσμή ή κάτι άλλο ανεπιθύμητο
  2. που δεν είναι αναμειγμένος με άλλες ουσίες
  3. που είναι έτοιμος για να χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά
  4. ευδιάκριτος
  5. που δεν βαρύνεται ηθικά ή νομικά με ενοχή ή μετά από έλεγχο προκύπτει ότι δεν υπάρχουν εις βάρος του ενοχοποιητικά στοιχεία
  6. που μετά από αποτοξίνωση δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ για ικανό χρονικό διάστημα

Παραδείγματα

“καθαρά χέρια, καθαρά ρούχα, καθαρό πιάτο, καθαρό δωμάτιο”
“≈ συνώνυμα: πλυμένος, καθαρισμένος, παστρικός”
“≠ αντώνυμα: βρόμικος”
“καθαρό οινόπνευμα, καθαρό χρυσάφι”
“Πήρε ένα καθαρό τετράδιο και ξανάρχισε το διήγημά του από την αρχή.”
“≈ συνώνυμα: διαυγής, λαγαρός, ξεκάθαρος”
“Έχω καθαρή την συνείδησή μου.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καθαρός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course