Meaning of άσπιλος | Babel Free
/ˈa.spi.los/Ορισμοί
-
που δε βαρύνεται από καμιά ηθική κηλίδα, άμεμπτος figuratively
-
καθαρός, ακηλίδωτος literally
Ισοδύναμα
English
Stainless
Παραδείγματα
“※ Σελίδα λευκή σαν άσπιλο χιόνι, κάτι τελειώνει σε κίνηση αργή. Κι αυτό που θα ’ρθει δε μοιάζει ούτε δείχνει, αχνά αφήνει ίχνη σε άμμο καυτή.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.