κεντρικά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρικό
accusative, nominative, plural, vocative
Ισοδύναμα
8 more languages
Catalàcentralment
Esperantocentre
Suomikeskeisesti
Magyarközpontilag
Italianocentralmente
Polskicentralnie
Portuguêscentralmente
Русскийцентрализованно
Παραδείγματα
“H EE μοιράζει μόνο 5% του συνολικού προϋπολογισμού έρευνας στα κράτη-μέλη σε αντίθεση με τις ΗΠΑ όπου μοιράζεται κεντρικά το 85% (από άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/06/2005)”
“να δώσουμε ραντεβού κάπου κεντρικά για να μη χαθούμε”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free