Meaning of έννοια | Babel Free
/ˈe.ni.a/Ορισμοί
-
αφηρημένη ιδέα, νοητό κατασκεύασμα ή σύνθεση, μονάδα γνώσης που αντιπροσωπεύει στον νου ένα αντικείμενο ή ένα σύνολο αντικειμένων που έχουν κοινές ιδιότητες broadly
-
όρος broadly
- συνηρημένη μορφή του έγνοια
- σημασία ή ορισμός λέξης, έκφρασης, ιδέας κλπ.
Παραδείγματα
“η έννοια της δύναμης στις θετικές επιστήμες είναι δυσνόητη και διαφορετική από αυτή με την οποία χρησιμοποιείται συχνά η λέξη στον καθημερινό λόγο”
“ποια είναι η έννοια της λέξης «συμμερίζομαι»;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.