πρόθεση
Ορισμοί
- η συνειδητή βούληση που κινητοποιεί κάποιον να τείνει προς κάποιον σκοπό
- άκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπορεί επίσης να συντεθεί με άλλες λέξεις και να μεταβάλει έτσι την έννοιά τους
- μηχανισμός που χρησιμεύει στην αντικατάσταση ενός μέλους του σώματος ή ενός οργάνου
- η παρουσίαση των τίμιων δώρων στο ιερό για τη θεία ευχαριστία
- χώρος στα αριστερά (βόρεια) του ιερού, που συχνά καταλήγει σε μικρή αψίδα, όπως και το διακονικό στην άλλη πλευρά του ιερού
Ισοδύναμα
34 more languages
Българскиочакване
Cymraegrhagosodiad
DeutschAbsichtBetrachtungErwartenIntentionKunstgliedLagewortMeditationMeinungMienePräpositionProstheseProtheseprothetischVerhältniswortvorhabenVorsatzVorwort
Esperantoprotezo
Bahasa Indonesiaprotesis
Қазақ тіліпротез
Latinaprothesis
Nederlandsbedoelingbeschouwingbespiegelingcontemplatiemoedwiloverwegingprosthesisprotheseprothesisprothetischtoelegvoornemenvoorzetsel
Românăproteză
Русскийблагочести́вые размышле́ниязамыселинтенциямедитациянамерениепомыселпредвкушениепредлогпрепозицияпротезпротезапротезныйразду́мьеразмышлениесозерцаниеу́мысел
Kiswahilikiungo bandia
Українськапротез
Παραδείγματα
“Δεν είχα την πρόθεση να σε προσβάλω.”
“Έχω την πρόθεση να κάνω κάτι.”
“<μερικές προθέσεις της νέας ελληνικής, όπως η «αντί» και η «μεταξύ», συντάσσονται με γενική.”
“(συνεκδοχικά) η αγία τράπεζα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free