Meaning of πρόθεση | Babel Free
Ορισμοί
- η συνειδητή βούληση που κινητοποιεί κάποιον να τείνει προς κάποιον σκοπό
- άκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπορεί επίσης να συντεθεί με άλλες λέξεις και να μεταβάλει έτσι την έννοιά τους
- μηχανισμός που χρησιμεύει στην αντικατάσταση ενός μέλους του σώματος ή ενός οργάνου
- η παρουσίαση των τίμιων δώρων στο ιερό για τη θεία ευχαριστία
- χώρος στα αριστερά (βόρεια) του ιερού, που συχνά καταλήγει σε μικρή αψίδα, όπως και το διακονικό στην άλλη πλευρά του ιερού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Δεν είχα την πρόθεση να σε προσβάλω.”
“Έχω την πρόθεση να κάνω κάτι.”
“<μερικές προθέσεις της νέας ελληνικής, όπως η «αντί» και η «μεταξύ», συντάσσονται με γενική.”
“(συνεκδοχικά) η αγία τράπεζα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.