Meaning of προαίρεση | Babel Free
Ορισμοί
- ψυχική τάση, προδιάθεση που οδηγεί σε συγκεκριμένη επιλογή
- η τάση και πορεία της σκέψης και της βούλησης κάποιου, βάσει των οποίων κρίνει από ηθικής απόψεως τις δικές του και τις αλλότριες πράξεις, κίνητρα, απόψεις κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
option
Παραδείγματα
“ενήργησα με καλή προαίρεση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.