HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προαίρεση | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ψυχική τάση, προδιάθεση που οδηγεί σε συγκεκριμένη επιλογή
  2. η τάση και πορεία της σκέψης και της βούλησης κάποιου, βάσει των οποίων κρίνει από ηθικής απόψεως τις δικές του και τις αλλότριες πράξεις, κίνητρα, απόψεις κ.λπ.

Ισοδύναμα

English option

Παραδείγματα

“ενήργησα με καλή προαίρεση”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προαίρεση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course