Meaning of μοναξιά | Babel Free
/monaˈksça/Ορισμοί
- η κατάσταση αυτού που ζει μόνος, που δεν έχει επαφή με άλλους ανθρώπους
- το συναίσθημα που νιώθει αυτός που ζει μόνος
- η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους
- ερημικός τόπος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Με πεθαίνει η μοναξιά εδώ.”
The loneliness here is killing me.
“Μ’ αρέσει η μοναξιά.”
I like my solitude.
“Μύριες χαμένες μοναξιές με σένα σμίγανε, Φεύγαν καράβια μα πριν φύγουν σου σφυρίζανε.”
Myriads of lost lonely ones had romances with you, Boats would leave but before they did they would whistle at you.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.