απομόνωση
Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία απομονώνω κάτι ή κάποιον
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος ζει απομονωμένος, μακριά από τον κόσμο, ή είναι απομονωμένος από κάποιο φυσικό ή κοινωνικό περιβάλλον
- ειδικός χώρος σε φυλακή όπου οδηγούνται οι κρατούμενοι σε περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος και μένουν εκεί μόνοι, χωρίς να έρχονται σε επαφή με συγκρατούμενους ή επισκέπτες
- ιδιότητα όπου οι συναλλαγές (transactions) πρέπει να είναι ανεξάρτητες μεταξύ του (βλ. ACID)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η απομόνωση κατά την πανδημία ήταν δύσκολη.”
The isolation during the pandemic was hard.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free