HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απομόνωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. η ενέργεια με την οποία απομονώνω κάτι ή κάποιον
  2. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος ζει απομονωμένος, μακριά από τον κόσμο, ή είναι απομονωμένος από κάποιο φυσικό ή κοινωνικό περιβάλλον
  3. ειδικός χώρος σε φυλακή όπου οδηγούνται οι κρατούμενοι σε περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος και μένουν εκεί μόνοι, χωρίς να έρχονται σε επαφή με συγκρατούμενους ή επισκέπτες
  4. ιδιότητα όπου οι συναλλαγές (transactions) πρέπει να είναι ανεξάρτητες μεταξύ του (βλ. ACID)

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απομόνωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course