HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

απομόνωση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. η ενέργεια με την οποία απομονώνω κάτι ή κάποιον
  2. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος ζει απομονωμένος, μακριά από τον κόσμο, ή είναι απομονωμένος από κάποιο φυσικό ή κοινωνικό περιβάλλον
  3. ειδικός χώρος σε φυλακή όπου οδηγούνται οι κρατούμενοι σε περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος και μένουν εκεί μόνοι, χωρίς να έρχονται σε επαφή με συγκρατούμενους ή επισκέπτες
  4. ιδιότητα όπου οι συναλλαγές (transactions) πρέπει να είναι ανεξάρτητες μεταξύ του (βλ. ACID)

Ισοδύναμα

36 more languages
Catalàaïllament
Esperantoizoliteco
Հայերենմեկ
Bahasa Indonesiaseklusi
Íslenskaeinangrun
ქართულიიზოლაცია
Қазақ тіліоқшаулама
Македонскиизолацијасамица
Shqipizolim
Svenskaavskildhet
Tiếng Việtbiệt giam

Παραδείγματα

“Η απομόνωση κατά την πανδημία ήταν δύσκολη.”

The isolation during the pandemic was hard.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη απομόνωση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free